ἔνδον

ἔνδον, Adv.
A within, Il.11.98, etc.;

ἦσαν ἡμῖν ἔ. ἑπτὰ μναῖ Lys.19.22

, cf. D.27.10;

φρένες ἔ. ἐῖσαι Od.11.337

,al.;

κραδίη ἔ. ὑλάκτει 20.13

; τἄνδον οὐχ οὕτω φρονῶν in one's heart, E.Or.1514 (troch.; but lit.

τἄ. ἀνακάλλυνον Phryn.Com.2D.

); at home, Pl.Prt.310e, etc.; οἱ ἔ. those of the house, the family, esp. the domestics, S.El.155 (lyr.), Tr. 677, Pl.Smp.213c; τἄνδον family matters, household affairs, S.Tr. 334, etc.; also, = οἱ ἔ., E.Hec.1017; οἱ ἔ. καθήμενοι the βουλή, And.1.43.
2 c. gen., Διὸς ἔ., Ζεφύροιο ἔ., in the house of Zeus, of Zephyrus, Il.20.13, 23.200;

μὴ κεύθετ' ἔ. καρδίας A.Ch.102

; σκηνῆς ἔ. S.Aj. 218 (anap.); γῆς ἔ. Pl.Prt.320d.
b ἔ. ὢν αὑτοῦ master of oneself, self-possessed, Antipho 5.45; so

σῶν φρενῶν οὐκ ἔ. ὤν E.Heracl.709

: abs.,

ἔ. γενοῦ A.Ch.233

(οὐκ ἔ. ἔ. ἐστίν with a play on signf. 1, Ar. Ach.396).
3 Pi. uses it c. dat. as strengthd. for ἐν, N.3.54, 7.44, cf. E.Fr.203.
4 below, in a book,

ἔ. γέγραπται D.L.5.4

.
5 with Verbs of motion, = εἴσω, D.Chr.7.56, Ael.NA9.61.
II [comp] Comp. and [comp] Sup., v. ἐνδοτέρω.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔνδον — within indeclform (adverb) ἐνδίδωμι give in aor ind act 3rd pl (epic) ἐνδίδωμι give in aor ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένδον — (AM ἔνδον) επίρρ. μέσα, εσωτερικά («κραδίη... ἔνδον ὑλάκτει») αρχ. 1. (ιδίως) μέσα στο σπίτι («ἔνδον κατακρύπτων ἑαυτόν», Πλούτ.) 2. μέσα στη Βουλή («βουλευτάς ὄντας καὶ καθημένους ἔνδον») 3. (με δοτ.) αντί τής πρόθ. ἐν («ἔνδον ἄλσει παλαιτάτῳ»,… …   Dictionary of Greek

  • ἐνδόν — ἐνδίδωμι give in aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'νδον — ἔνδον , ἔνδον within indeclform (adverb) ἔνδον , ἐνδίδωμι give in aor ind act 3rd pl (epic) ἔνδον , ἐνδίδωμι give in aor ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὕνδον — ἔνδον , ἔνδον within indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἄνδον — ἔνδον , ἔνδον within indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • въноутрь — (255) нар. и предл. I. Нар. 1. Внутрь; в середину, в пределы: вънѹтрь въ цр҃квь въводити ЖФСт XII, 86; не въведени˫а бо ради вънѹтрь скотѩть. (ἔνδον) КЕ XII, 66а; понеже ѥдиною въшедшю недугѹ внѹтрь. и телеса огньнымь образомь. поѩдающу. КР 1284 …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • въноутрьнии — (87) пр. 1. Внутренний, находящийся, расположенный внутри чего л.: коварьстьнѣ тако и льстьнѣ [всех] прешьдъ. и всѩкъ собѣ ˫ако же хотѩше приведъ. тогда вънѹтрьнѥѥ злоѡбычьноѥ износити абиѥ показа. (τὴν ἔνδον κακοήθειαν) ЖФСт XII, 103; і всѩ… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Epistula ad Carpianum — Der Epistula ad Carpianum (Brief an Carpian) ist die traditionelle Bezeichnung eines Briefes, den Eusebius an einen Christen namens Carpianus geschrieben hat und der mitunter im Kanon der Evangelien auftaucht. In diesem Text erklärt Eusebius sein …   Deutsch Wikipedia

  • ει — (I) εἰ (Α) Ι. 1. μόριο που χρησιμοποιείται ως επιφώνημα με προστακτική ή έγκλιση επιθυμίας για να δηλώσει προτροπή («εἰ δὲ σὺ μὲν ἄκουσον», Ιλ. Ι) 2. σε ευχές με ευκτική 3. συνήθως ακολουθείται από το γαρ («αἴ γὰρ δὴ οὕτως εἴη», Ιλ. Δ) 4. σε… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.